Ξεκινούσαν
τραγουδώντας:
-Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά και αρχή καλός μας
χρόνος.
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία.
Βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε...
Στο κάθε
σπίτι που πήγαιναν ο νοικοκύρης φρόντιζε να
κρύψει τη νύφη. Όταν το έπαιρνε χαμπάρι ο
αρχιρογκατσιάρης αγρίευε, πηδούσε χτυπώντας τα
κουδούνια που έκαναν δαιμονισμένο θόρυβο.
Απειλούσε το νοικοκύρη με την χατζάρα του να
βγάλει έξω τη νύφη. Ο νοικοκύρης αναγκάζονταν να
υποχωρήσει μπροστά στην απειλή της χατζάρας και
ελευθέρωνε τη νύφη.
Τότε
άρχιζε το τραγούδι.
-Για βάλε το χεράκι σου στην αργυρή σου
τσέπη.
Αν έχεις γρόσια δωσ' μας τα, φλουριά μην τα
λυπάσαι.
Αν έχεις και γλυκό κρασί κέρνα τα παλικάρια...
Τότε ο
νοικοκύρης έβγαζε από την τσέπη του ένα κέρμα,
το έβαζε πάνω στη χατζάρα του αρχιρογκατσιάρη,
και έτσι εξομαλύνονταν οι σχέσεις. Κέρμα
κερνούσε και τη "νύφη", αφού του φιλούσε το
χέρι. Τότε άρχιζε το κέρασμα. Ρακί, κρασί
παγωμένο, πατσά από το γουρούνι που σφάχτηκε τα
Χριστούγεννα.
Στο σπίτι
που έμεναν ευχαριστημένοι τραγουδούσαν:
-Σ' αυτό το σπίτι που ήρθαμε πέτρα να μη
ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να
ζήσει...
Το
αντίθετο συνέβαινε όταν κάποιος δεν
τους άνοιγε. Τότε
τραγουδούσαν:
-Σ' αυτό το σπίτι
που ήρθαμε γεμάτο
καλιακούδια
και στην κάπα του αφέντη, εννιά χιλιάδες ψείρες
άλλες κλωσούν κι άλλες γενούν κι άλλες πετσί
τσιμπάνε...
Έτσι με
αυτό τον τρόπο τέλειωνε η μέρα της Πρωτοχρονιάς.
Το βράδυ οι συμμετέχοντες στα ρογκατσάρια
μοίραζαν ότι είχαν μαζέψει. Χρήματα, λουκάνικα,
λίπος ή αλεύρι και το γλεντούσαν σε κάποιο
σπίτι. Για πολλά χρόνια στο χωριό μας τη θέση
του αρχιρογκατσάρη την κρατούσε ο μεγάλος
γλεντζές του χωριού, Γιώργος Νικ.
Μπούσιος, που ήταν και ο πιο κατάλληλος.