χωράει πολύ κόσμο
για χορό. Σαν τέτοιο διάλεγαν, τη μια
χρονιά του Χρήστου Δημόπουλου το
χωράφι κάτω από την πλατεία, και την άλλη
χρονιά του Χρήστου Μαργαρίτη το
χωράφι, πίσω από το παλιό σχολειό. Αργότερα,
από το 1950 και μετά, το αποκριάτικο γλέντι
γινόταν στην μικρή στρόγγυλη πλατεία του χωριού, που υπήρχε
μπροστά από το σημερινό Πολιτιστικό Κέντρο.
Το πρωί όμως μετά τ1
λειτουργία όλοι
βιάζονταν να πάνε στα σπίτια τους, γιατί τους
περίμεναν τα πιο καλά φαγητά. Κρέας, πίτα,
γλυκόπιτα κλπ.. Το απόγευμα πριν νυχτώσει και
πάνε για δείπνο, έπρεπε να περάσουν από τους
γεροντότερους συγγενείς να τους φιλήσουν το χέρι
και να πουν "σχιουριμένα". Αν δηλαδή στο διάστημα
που πέρασε από την προηγούμενη αποκριά είχε
συμβεί κάποια παρεξήγηση μεταξύ τους, έπρεπε να
συγχωρεθούν και να πετάξουν από πάνω τους όλα τα
κακά πνεύματα. Να τα πετάξουν στη μεγάλη φωτιά
και να βγούνε τη Δευτέρα καθαροί, απαλλαγμένοι
από κάθε κακό και αμαρτία. Στα παιδιά οι
συγγενείς έδιναν χαρτζιλίκι και ένα κίτρινο
αυγό, βαμμένο με φλούδες κρεμμυδιού. Έπαιζαν και
το παιχνίδι "Χάσκιαρης". Κρεμούσαν σε ένα σχοινί
ένα ξεφλουδισμένο αυγό, τα παιδιά κάθονταν
κυκλικά και το αυγό περιφέρονταν στα στόματά
τους κρεμασμένο από το σχοινί. Όποιο παιδιά
κατάφερνε να αρπάξει με το στόμα του το αυγό
(δύσκολο πράγμα), ήταν και ο νικητής.
Σχεδόν
μόλις τελείωνε το δείπνο και τελείωναν και οι
επισκέψεις, μαζευόταν όλο το χωριό γύρω από τη
μεγάλη φωτιά, τον ψήλο (φανό). Χόρευαν, πηδούσαν
πάνω από τη φωτιά και τραγουδούσαν τραγούδια που
σήμερα, ο καθένας μας δυσκολεύεται να τα
προφέρει. Ο Γιώργος Τσώνης έφερνε και το
γραμμόφωνό του με τις πλάκες (δίσκους) και το
γλέντι συνεχιζόταν ως το πρωί. Στα κάρβουνα που
απομεναν από τον ψήλο (φανό) τα παιδιά την
Καθαρή Δευτέρα έψηναν πατάτες και κρεμύδια.
Παλιά, ψήλος (φανός), γινόταν και τις δυο
Κυριακές της Αποκριάς. αργότερα μονάχα την
τελευταία, Κυριακή.
ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ - ΚΑΘΑΡΟΒΔΟΜΑΔΑ
Ήταν η
μέρα της γενικής καθαριότητας. Η νοικοκυρά
έπρεπε να φτιάξει κασταλαή, βραστό νερό με
κοσκινισμένη στάχτη, και με αυτή να περάσει όλα
τα σκεύη που από την προηγούμενη μέρα είχαν
λαδωθεί ή γεμίσει λίπος. Έπρεπε να πάνε στη θέση
Μεσαριά ή Σιουπουτούρα να βγάλουν κόκκινο χώμα
και μαζί με κοπριά βοδιού να κάνουν χαρμάνι και
με αυτό να περάσουν όλα πατώματα που τότε δεν
ήταν με σανίδια, παρά με κοκκινόχωμα. Έπρεπε να
πλυθούν όλα τα ρούχα, για να βγουν όλοι οι
λεκέδες από το λίπος. Μαζί με αυτή την την
καθαριότητα που ήταν καθαρά θέμα υγείας, γινόταν
και κάτι ακόμα. Έπρεπε να πεταχτούν όλα τα
φαγητά που είχαν απομείνει, κρέας, πίτα κλπ..
Αυτό υπαγορευόταν αν από τη θρησκεία.
Ας
αφήσουμε όμως το Θύμιο Τζήκα, μεγάλο
καλαμπουρτζή, να μας το περιγράψει με το δικό
του τρόπο, με το δικό του ταλέντο:
"Πόσο με στενοχωρούσε και πόσο άσχημο μου
φαινόταν, πήγαινα να σκάσω από το κακό μου.
Έβλεπα το γάιδαρο στην αυλή, να τρώει το σαραγλί
που έμεινε, να σηκώνει το κεφάλι του ψηλά για να
το καταπιεί και να κουνάει τα αυτιά του από
ευχαρίστηση κι εγώ να σκέφτομαι, ότι για
μεσημέρι είχα φασολάδα αλάδωτη. Και τι να πω για
το κρέας που το τρώγανε τα σκυλιά της
γειτονιάς".
Και
συνεχίζει ο άλλος Θύμιος, ο Μπούσιος:
"Μικρός, έβοσκα τα πρόβατα του Στέφανου
Μπούσιου. Την Καθαρή Δευτέρα η μάνα του, Πανάγιω,
μου ετοίμασε τον τουρβά με ψωμί και κρεμμύδι για
να περάσω εγώ όλη τη μέρα, και για το σκύλο
ετοίμασε το κρέας και το σαραγλί που είχε
απομείνει. Κάθισα να φάω. Από τη μια εγώ με το
ψωμί και το κρεμμύδι και από την άλλη ο σκύλος
με το κρέας και το σαραγλί. Καθόμουν και κοίταζα
το σκύλο για ώρα. Πολύ φοβόμουν την αμαρτία. Στο
τέλος αποφάσισα. Έδωσα στο σκύλο το ψωμί και
έφαγα το κρέας και το σαραγλί. Ζήτησα από το Θεό
να με συγχωρέσει".
Έτσι, μ'
αυτά που με συντομία αναφέρθηκαν, τέλειωνε με
χαρές και γλέντια αυτή η μεγάλη γιορτή.
Ακολουθούσε τώρα η μεγάλη λύπη. Οι άντρες,
χτιστάδες του χωριού, έπρεπε να
ετοιμαστούνε για την ξενιτιά. Όλα τα αποθέματα
χρόνου είχαν εξαντληθεί. Έφευγαν για την Θεσαλία
και θα επέστρεφαν και πάλι το Πάσχα να το
γιορτάσουτν με τους δικούς τους.