ΙΣΤΟΡΙΑ  |  ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ  |  ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ  |  ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ  |  ΜΝΗΜΕΙΑ  |  ΓΡΑΜΜΑΤΑ  |  ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ  |  ΣΗΜΕΡΑ


Κτηνοτρόφοι - Γραμματιζούμενοι - Τεχνίτες

Μπούσιος Ευθύμιος
του Δημητρίου

Μπούσιος Ηλίας
του Ευθυμίου

Βασιλόπουλος Χριστόφορος
του Παναγιώτη

Μητάκος Αθανάσιος
του Δημητρίου

Μπούσιος Ηλίας
του Κωνσταντίνου

Σιμόπουλος Μιλτιάδης
του Θεοδώρου

Δημόπουλος Γρηγόριος
του Χρήστου

 

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ
Η κτηνοτροφία, στο ημιορεινό χωριό μας, ήταν ο δεύτερος τρόπος εργασίας των χωριανών, μετά τη γεωργία. Από τα γιδοπρόβατα έπαιρναν το γάλα με το οποίο έφτιαχναν το γιαούρτι. Το βασικότερο προϊόν του γάλατος ήταν ο μπάντζιος, τυρί αποβουτυρωμένο. Άλλα προϊόντα του γάλατος ήταν το βούτυρο και η μυζήθρα. Επίσης από τα γιδοπρόβατα έπαιρναν το μαλλί, από το οποίο έφτιαναν τα ρούχα τους, το δέρμα, το κρέας και την κοπριά. Δεν γνωρίζουμε αν στο χωριό μας υπήρχαν, πολύ παλιά, μεγάλα τσελιγκάτα, πάνω από 300-500 γιδοπρόβατα, εκτός από του Γιάννη Σιώμου το 1920-1930. Ούτε γνωρίζουμε αν τα πήγαιναν για ξεχειμώνιασμα στην Ελασσόνα και αλλού. Έχουμε, όμως, και ένα άλλο τρόπο ξεχειμωνιάσματος στο χωριό μας, όπως και σε άλλα κοντινά χωριά. Αν κοιτάξουμε προσεκτικά στη θέση¨"Παλιοκάλβα", από το αντέρεισμα που βρίσκεται πάνω από τη θέση "Μπαΐρια" μέχρι τη "Μαρμαρένια στρούγκα", στη θέση "Χρήστου πέτρα", φαίνεται καθαρά, ότι εκεί υπήρχαν θεμέλια από παλιές καλύβες, στις οποίες ξεχειμώνιαζαν τα γιδοπρόβατα τους. Ακόμα φαίνεται και απέναντι στο δασάκι, προς την πλευρά της θέσης "Τσιαφάκη Γούρνα", τα θεμέλια καλύβας. Έχουμε την τοπωνυμία "Νισάν-καλύβα", όπου υπήρχαν καλύβες των Ντιναίων. Εδώ βρίσκουμε γύρω στις 6-7 καλύβες- μαντριά. Αντίθετα προς την άλλη πλευρά, στα σύνορα Δασυλλίου, Καλλονής δεν υπάρχουν καλύβες από παλιά. Έχουμε μονάχα βόρεια, στα σύνορα με τη Χρυσαυγή, "Καλύβα Κυριαζή" και "Καλύβα Μπουσιογιάννη".

Η ΚΑΛΥΒΑ
Είναι μαντρί για το ξεχειμώνιασμα των αιγοπροβάτων, σκεπασμένο με άχυρο από σίκαλη, τη βριζαμιά. Υπάρχει ένα μικρό προαύλιο, περιφραγμένο και χωρίς σκεπή, για να βγαίνουν τα γιδοπρόβατα να τρώνε. Ο τσοπάνος μένει σε ένα μικρό δωματιάκι με τζάκι σκεπασμένο με πλάκα και με μικρή καπνοδόχο. Εκεί άναβε φωτιά να ζεσταθεί και να στεγνώσει, Μπαίνει τώρα το ερώτημα, γιατί οι προγονοί μας ξεχειμώνιαζαν στη βορειοανατολική πλευρά του χωριού μας και όχι κάπου αλλού; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκεί υπήρχε δάσος και κλαδί για το καλοκαίρι και το χειμώνα. Αυτό το πιστεύουμε γιατί πιο κάτω υπάρχει η τοπωνυμία "Στης αρκούδας το σπίτι", εκεί υπάρχει και η σπηλιά. Η προφορική παράδοση μας λέει ότι, εκεί παλιά ζούσε μια αρκούδα που έκανε πολλές ζημίες στα γύρω χωριά και στο δικό μας, πράγμα που ανάγκασε τους κατοίκους των χωριών να την εξοντώσουν. Γεγονός είναι ότι για να κατοικεί εκεί αρκούδα έπρεπε να υπάρχει όχι κάποιο μικρό δασάκι αλλά πυκνό δάσος. Στο μέρος αυτό υπήρχε νερό και το καλοκαίρι. Οι προγονοί μας έφτιαξαν τις καλύβες, απόμερα. Μακριά από κεντρικούς δρόμους, Μπορούμε τώρα να συμπεράνουμε ότι, ο κεντρικός δρόμος που πήγαινε στο παλιό χωριό, στον Αη-Δημήτρη, θα περνούσε από το ποτάμι ή απέναντι από το Κυπαρισσιώτικο. Επίσης, δεν μπορούμε να ξέρουμε, αν οι καλύβες ήταν από το παλιό ή από το καινούργιο χωριό. Το μέρος είναι κατάλληλο και για τις δυο περιπτώσεις. Στο σημείο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν 6-7 καλύβες, πράγμα που δυσκόλευε τους κτηνοτρόφους στη βοσκή. Όμως μπροστά στο χειρότερο κακό προτιμούσαν το μικρότερο, γιατί έτσι είχαν κάποια σιγουριά τα βράδια. Αν υπολογίσουμε, 7 καλύβες με ένα άτομο η μία, ήταν εφτά άντρες μαζί με οχτώ-δέκα σκυλιά. Αποτελούσαν έτσι μια δύναμη που μπορούσε να αντιμετωπίσει τους ληστές και τους Αρβανίτες, Τώρα για τις δυο καλύβες, που βρίσκονται στα σύνορα με τη Χρυσαυγή, δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς δημιουργήθηκαν. Λίγα μέτρα πιο πέρα είναι και οι Χρυσαυγιώτικες. Στον καιρό μας αυτό το σύστημα ξεχειμωνιάσματος καταργήθηκε. Ο τελευταίος που είχε καλύβα, έξω στη θέση μεσαριά, ήταν ο Στέργιος Καραδήμος και αργότερα το 1950 ο Ηλίας Κ. Μπούσιος, στη θέση "Ντισλή Κουρί", Τα μαντριά, οι καλύβες, τώρα μεταφέρθηκαν στο χωριό, κοντά στο σπίτι. Πράγμα που διευκόλυνε τη ζωή των κτηνοτρόφων,

ΤΡΟΦΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΧΕΙΜΩΝΙΑΣΜΑ ΤΩΝ ΓΙΔΟΠΡΟΒΑΤΩΝ.
ΚΛΑΔΑΡΙΕΣ: Η βασικότερη τροφή για το χειμώνα, ήταν το κλαδί, κλαδαριά, το μάζεμα του οποίου είχε αρκετή δουλειά, Το φθινόπωρο που το κλαδί ωρίμαζε καλά, το κλαδεύανε και το δένανε σε μικρά δεμάτια. Διαλέγανε ένα διχαλωτό δέντρο, γύρω από το οποίο συγκέντρωναν τα δεματάκια, Τότε αυτός που ήταν ο πιο ειδικός, ανέβαινε και τοποθετούσε τα δεματάκια τακτικά, με σειρά, για να μην πατηθούν και μαυρίσουν και για να μη μπαίνει νερό μέσα στο κλαδί και χαλάσει. Κάτω από το δέντρο βρισκόταν ένας βοηθός, που έδινε τα δεμάτια χρησιμοποιώντας τη διχούλα. Υπήρχαν νοικοκυραίοι που βάζανε 50-60 κλαδαριές, Ένα πρόβατο μια κλαδαριά. Όταν τέλειωνε η κλαδαριά έμπηγαν έναν κλούτσο, να κρατάει τα δεμάτια. για να μην τα παίρνει ο αέρας. Τα γιδοπρόβατα το χειμώνα έτρωγαν και χόρτο στεγνό, καλαμποκόφυλλα, βελανίδια που υπήρχαν πολλά και καμιά φορά και καρπό. Ρόβι, κριθάρι, καλαμπόκι.

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΝΤΥΣΙΜΟ ΤΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ
Για τους κτηνοτρόφους που ξεχειμώνιαζαν τα γιδοπρόβατα κοντά στο σπίτι, η ζωή ήταν κάπως υποφερτή. Πολύ δύσκολη ήταν για αυτούς που είχαν μαντρί έξω από το χωριό. Όταν όλη μέρα έβρεχε και το βράδυ γύριζε στο μαντρί, έπρεπε μόνος του να ανάψει φωτιά να στεγνώσει τα ρούχα του, γιατί θα του χρειάζονταν και την άλλη μέρα. Να πάει να φέρει κλαδί για τα ζωντανά, να τα ταΐσει, ακόμα και τα μεσάνυχτα. Όταν γεννούσαν, έπρεπε κάμποσες φορές τη νύχτα να πάει να τα δει. Ντυνόταν με πολύ χοντρά, μάλλινα ρούχα. Η κάπα ήταν το σκέπασμα, το αδιάβροχο για τη βροχή, η ζεστή γούνα για το κρύο. Το ταλαγάνι ήταν ειδικά φτιαγμένο για να σκεπάζει το κεφάλι, να 'ναι γυρτό στους ώμους για να φεύγει το νερό. Για την κάπα και το ταλαγάνι, όταν επεξεργαζόταν το μαλλί έβαζαν στο χαρμάνι περισσότερο γιδόμαλλο, γιατί έβγαζε το νερό έξω και στράγγιζε γρηγορότερα, Αφού αναφερθήκαμε στο ντύσιμο των κτηνοτρόφων θα ήταν σωστό να πούμε λίγα λόγια για το πώς γινόταν. Στην αρχή έπαιρναν το μαλλί των προβάτων, το έπλεναν, το έβραζαν για να φύγει η βρωμιά αγκάθια κλπ. Μετά το λανάριζαν, ύστερα στο τσικρίκι και στον αργαλειό. Το μαλλί το χώριζαν, ποιο ήταν για ρούχα, πιο για κάλτσες κλπ. Το βάψιμο γινόταν από φλούδα και φύλλα θράψου ή με λουλάκι. Μετά το πήγαιναν στο Πρόσβορο Γρεβενών στη ντριστέλα, στα μαντάνια. Εκεί χτυπιόταν μέρες και έπαιρνε την πραγματική του όψη, γινόταν αφράτο και απαλό. Τελευταία, φώναζαν τον Τερζή (ράφτη) και έκοβε ανάλογα για κουστούμι το πιο καλό, τα χοντρά για κάπες, ταλαγάνια κ.α. Στη ντριστέλα πήγαιναν ακόμα βελέντζες και κιλίμια, μόνο που αυτά έμεναν περισσότερες μέρες. Η υπόδηση αποτελούταν από τα γουρνοτσάρουχα. Φορούσανε χοντρές κάλτσες από γιδόμαλλο, χρησιμοποιούσαν όμως και δέρματα, τομάρια προβάτων, για να μη βρέχονται τα πόδια τους. Φορούσαν ακόμα και φουστανέλα, χοντρά παπούτσια, τα τσαρούχα, με τις φούντες και διπλή σόλα με πολλές πρόκες. Πλένονταν πολύ αραιά και ιδιαίτερα αυτοί που πήγαιναν στα χειμαδιά χωρίς τη γυναίκα τους, η ζωή τους ήταν πολύ δύσκολη.

ΤΑ ΤΣΟΠΑΝΟΣΚΥΛΑ
Ήταν η συντροφιά, οι πιστοί φύλακες των κοπαδιών και των ανθρώπων. Παλιά οι κτηνοτρόφοι έλεγαν "το καλό σκυλί αξίζει όσο μισό κοπάδι". Οι κτηνοτρόφοι διάλεγαν τα σκυλιά από καλό νταμάρι-ράτσα, Το βασικό που ήθελαν, ήταν να πιάνεται ο σκύλος με το λύκο, να μη φοβάται. Από μικρό κουταβάκι το τάιζαν με γάλα και κόκκαλα και αργότερα με ειδικό σκυλόψωμο, γκουμούλια από πίτουρα και βρίζινο αλεύρι σίκαλης. Οι κτηνοτρόφοι καταλάβαιναν πότε τα σκυλιά τους γάβγιζαν για ληστή-άνθρωπο και πότε για λύκο, που είναι ο υπ' αριθμόν ένα εχθρός των αιγοπροβάτων, Το καλό σκυλί καμιά φορά δεν εγκαταλείπει το κοπάδι. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που τα σκυλιά δέχτηκαν επίθεση από αγέλη λύκων, ακόμα και σήμερα, κατασπαράχθηκαν, όμως δεν εγκατέλειψαν το κοπάδι. Στο χωριό μας οι κτηνοτρόφοι κρατούσαν πάντα γερά σκυλιά. Τα τάιζαν καλά γιατί τακτικά τους άκουγες να λένε "νηστικό σκυλί, κοπάδι δε φυλάει" Η βοσκή των αιγοπροβάτων στο χωριό μας παρουσίαζε πολλές δυσκολίες. Πολλά τα γιδοπρόβατα, βόδια, άλογα. Μετά τη σπορά των χωραφιών έμεινε πολύ λίγο μέρος για βοσκή. Το χειμώνα έβοσκαν και στο μέρος της Καλλονής και του Δασυλλίου.

Η ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ
Την άνοιξη, η πρώτη δουλειά των κτηνοτρόφων ήταν να τακτοποιήσουν τα αρνιά. Ποια θα κρατούσαν για νταμάρι, ποια θα πήγαιναν για το χασάπη. Διαπραγματευόταν ο ένας με τον άλλο για να σμίξουνε τα πρόβατά τους, πού θα βάλουνε τη στρούγκα, ποιοι θα πήγαιναν στα γαλάρια και ποιοι στα στείρα. Οι πιο δυνατοί πήγαιναν στα γαλάρια, γιατί το άρμεγμα είναι πολύ δύσκολη δουλειά, ειδικά την άνοιξη που έχουν πολύ γάλα.

ΣΤΡΟΥΓΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΟΥΓΚΟΤΟΠΙΑ
Η στρούγκα είναι ένα κυκλικό, περιφραγμένο μέρος, με πασσάλους και με τσάκνα. Μπροστά ήταν τα καθίσματα στα οποία κάθονταν οι αρμεχτάδες. Με τη βοήθεια κάποιου ή κάποιας, που όπως έλεγαν "τα λαλούσε", περνούσαν ένα-ένα τα πρόβατα και τα άρμεγαν. Πάνω από τα καθίσματα των αρμεχτάδων έφτιαχναν το τσαρδάκι για να τους προστατεύει από τη βροχή και τον ήλιο. Στρούγκες έφτιαχναν σε πολλά μέρη. Κεντρικό όμως στρουγκοτόπι ήταν στον Αη-Λιά και πιο κάτω στο Κουρί Τσιορόκια - Λάκκο - Κριθάρια - Ζημουρβιά - Μάντρα Εκκλησιά - Λαθύρια - Κονιάρι - Κρανιά και Χρήστου Πέτρα, Το άρμεγμα γινόταν σε διάφορα δοχεία, κεντρικό όμως ήταν το καρδάρι. Το καρδάρι ήταν ξύλινο κυλινδρικό δοχείο χωρητικότητας 16 οκάδων.

ΤΟ ΓΑΛΟΜΕΤΡΗΜΑ
Όλοι οι κτηνοτρόφοι δεν είχαν τον ίδιο αριθμό σε πρόβατα και γίδια γι' αυτό καθορίζανε και γινόταν το γαλομέτρημα. Συνήθως, Πέμπτη ή Παρασκευή, διάβαζε ο ιερέας τα γιδοπρόβατα, και την άλλη μέρα ξεκινούσαν για την στρούγκα. Την Κυριακή γινόταν το γαλομέτρημα. Ο τυροκόμος ή αυτός που είχε το περισσότερο γάλα κρατούσε το δεφτέρι και έγραφε πόσο γάλα είχε ο καθένας. Το ένα με τρία, αν δηλαδή είχε μία οκά γάλα θα έπαιρνε τρία καρδάρια. Στη συνέχεια το λόγο είχε ο ειδικός τυροκόμος. Στο μπατζιαριό, πολύ μεγάλους κάδους γεμάτους γάλα, έριχναν την πυτιά, παρακολουθούσαν το γάλα και όταν έβλεπαν ότι πρόκειται να κοπεί άρχιζε με το φουρλέτσκου να το χτυπάει ώσπου να χωρίσει το βούτυρο με το τυρί. Μάζευε πρώτα το βούτυρο, μετά το τυρί και μετά τη μυζήθρα. Το καθένα είχε ιδιαίτερη δουλειά, Το βούτυρο καθαριζόταν καλά και τοποθετούταν σε δοχείο, Η μυζήθρα στη τσαντίλα για να στραγγίσει. Τελευταία, στο χωριό μας δεν γινόταν μπατζιαριό παρά ο καθένας έπαιρνε το γάλα που του ανήκε στο σπίτι του και κανόνιζε μόνος του.

ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ
Μετά το στήσιμο της στρούγκας ερχόταν το κούρεμα, πρώτα τα πρόβατα και μετά τα γίδια. Πιο μπροστά γινόταν το κουλοκούρεμα. Έκοβαν δηλαδή το μαλλί του προβάτου από την ουρά, κάτω από την κοιλιά και το λαιμό, για να παίρνουν αέρα και να αρμέγονται καλύτερα, Αργότερα όταν ζέσταινε ο καιρός κουρεύονταν τα πρόβατα μέσα σε πανηγυρικό κλίμα.

ΤΑ ΤΟΜΑΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΓΟΠΡΟΒΑΤΩΝ
Τα τομάρια συνήθως τα πωλούσαν, περνούσαν ειδικοί που τα αγόραζαν. Ο νοικοκύρης κρατούσε 2-3 για το καλό τυρί, τη μυζήθρα και το ξινόγαλο.

Η ΚΟΠΡΙΑ
Ακόμα και σήμερα που υπάρχουν τα λιπάσματα η κοπριά των αιγοπροβάτων προτιμάται. Παλιά στο χωριό μας ούτε μια βραδιά δεν άφηναν τα ζώα να κοιμηθούν έξω στα χέρσα παρά μέσα στα χωράφια. Χρησιμοποιούσαν ακόμα και κόρδα να βελτιώσουν το μέρος, Η πιο καλή και καθαρή κοπριά πήγαινε στους λαχανόκηπους,

ΤΟ ΚΡΕΑΣ
Ήταν ότι το πιο πολύτιμο είχαν να δώσουν αυτά τα ζώα. Και σήμερα ακόμα, νοστιμότατο είναι το ψητό, το κοκορέτσι και το σπληνάντερο, από τα ζώα του χωριού μας.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ
Το πρώτο χτύπημα, που δέχθηκε η κτηνοτροφία μας στο χωριό, ήταν το 1θ36-1θ37 με αφορμή την αναδάσωση. Όλα τα γίδια οδηγήθηκαν στο χασάπη όπως-όπως, Πριν όμως τον πόλεμο του 1940, οι δουλειές γενικά είχαν σταματήσει και οι χωριανοί άρχισαν να στρέφονται στη γεωργία και στην κτηνοτροφία. Πρώτος ο Αθανάσιος Μυτάκος περνούσε τα 150 ζωντανά και ακολουθούσε ο Θωμάς Τζήκας και άλλοι. Το 1944 ο αριθμός των ζώων είχε ανέβει πολύ. Τον Ιούλιο του 1944 που ο γερμανικός στρατός έκανε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενάντια στον ΕΛΛΑΣ, στην περιφέρεια μας είχε "καθαρίσει'' την περιοχή από τα γιδοπρόβατα. Στο χωριό μας μόνο ένα κοπάδι γλίτωσε, του Ηλία Κ. Μπούσιου. Το 1945 και 1946 άρχισε μια αναζωογόνηση της κτηνοτροφίας. Εξαιτίας όμως του εμφυλίου πολέμου χτυπήθηκε πάλι. Από το 1950 και μετά άρχισαν και πάλι να εμφανίζονται τα κοπάδια, Τώρα όμως ήταν πολύ αργά. Οι άνθρωποι έχουν φύγει πια από το χωριό μας. Έτσι το 1975 φτάσαμε να έχουμε μόνο τέσσερις κτηνοτρόφους: Ευθύμιος Δ. Μπούσιος 300 γιδοπρόβατα, Χριστόφορος Παναγ. Βασιλόπουλος 170, Μιλτιάδης Θ. Σιμόπουλος 30-40 αγελάδες και ο Ηλίας Κ. Μπούσιος 70-80 γιδοπρόβατα. Στη θέση του Ευθυμίου Μπούσιου ήταν μετά ο γιος του Ηλίας Μπούσιος. Ο Ηλίας Κων. Μπούσιος τα πούλησε από καιρό. Έμειναν τώρα τρεις: O Μιλτιάδης Θεοδ. Σιμόπουλος, ο Ηλίας Ευθυμίου Μπούσιος και η Πολυτίμη Χριστοφ. Βασιλοπούλου. Τελευταία δυο λόγια για τη ζωή του τσοπάνη: Το φαγητό του ήταν το τυρί και το ψωμί. Μαζί του του πάντα είχε τον τουρβά, το πινάκι ή το κλιδοπίνακο και το καλοκαίρι το γαλόδερμα με το ξινόγαλο,

ΟΙ ΤΣΟΠΑΝΗΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΙΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ
Μια και το ίδιο το επάγγελμα τούς υποχρέωνε χειμώνα και καλοκαίρι να βρίσκονται στην ύπαιθρο, είχαν αποκτήσει και γνώσεις μετεωρολογίας, Συνεχώς παρατηρούσαν τα καιρικά φαινόμενα, Όταν για παράδειγμα το φεγγάρι ήταν δίπλα, έλεγαν "δίπλα το φεγγάρι, όρθιος ο τσοπάνος" και σήμαινε την κακοκαιρία. Όταν το φεγγάρι ήταν όρθιο, έλεγαν "λόρθο το φεγγάρι, δίπλα ο τσοπάνος" και σήμαινε την καλοκαιρία. Όταν λαλάει ο αγριοκόκορας θα χαλάσει ο καιρός. Όταν μαζεύονται τα σπουργίτια και τσιτσιρίζουν σημαίνει αλλαγή του καιρού. Όταν ο τσουτσούλιανος (κορυδαλλός) κελαηδάει ψηλά στον ουρανό, σημαίνει καλοκαιρία.

ΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ
Οι τσοπάνηδες παρακολουθούσαν τον καιρό που έκανε τις δώδεκα πρώτες ημέρες του Αυγούστου. Ο καιρός της κάθε ημέρας αντιστοιχούσε στον καιρό που θα έκανε τον αντίστοιχο μήνα που θα ακολουθούσε. Δηλαδή, η πρώτη Αυγούστου αντιστοιχούσε στον Αύγουστο, η δεύτερη στον Σεπτέμβριο και έτσι φτάναμε στον Ιούλιο του επόμενου χρόνου, που αντιστοιχούσε η 12η μέρα του Αυγούστου.

ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΤΩΝ ΤΣΟΠΑΝΑΡΑΙΩΝ
Τη νύχτα οι τσοπαναραίοι παρατηρούσαν τα άστρα. Πόσο θέλει να βασιλέψει η Πούλια, τα Λυτροπόδια, ο Αυγερινός κλπ. Καταλάβαιναν αν ήταν μεσάνυχτα ή πόσο ήθελε ακόμη για να φέξει. Την ημέρα καταλάβαιναν την ώρα με τον ήλιο, Για παράδειγμα το μεσημέρι στέκονταν στον ήλιο, έβλεπαν το σώμα τους πόσο ίσκιο άφηνε και υπολόγιζαν την ώρα.

ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ
ΤΣΑΚΝΑ: Τα ξύλα που μένουν από το στεγνό κλαδί αφού το φάνε τα πρόβατα.
ΔΙΧΟΥΛΑ: Ξύλο γερό και μακρύ 3-4 μέτρα, διχαλωτό που δένει τα δεματεύκια απάνω στο δένδρο.
ΚΛΟΥΤΣΟΣ: Μπήγεται στην κορυφή της κλαδαριάς να κρατάει το κλαδί από τον αέρα.
ΚΑΔH: Κάδος ξύλινος μεγάλος.
ΦΟΥΡΛΕΤΣΚΟΥ Στεφάνι ξύλινο με ακτίνες και ουρά που χτυπάει το γάλα μέσα στον κάδο.
ΤΣΑΝΤΗΛΑ: Σακούλα χοντρή-υφαντή, που στραγγίζει το τυρόγαλο από τη μυζήθρα.
ΣΤΡΑΓΓΣΤΑΡΙ: Δένεται πάνω στον κάδο για να στραγγίζει το γάλα και να κρατάει τυχόν σκουπίδια.
ΓΡΕΚl: Το μέρος που κοιμούνται τα πρόβατα.
ΣΤΑΥΛΟΣ: Τόπος με δένδρα που κοιμούνται τα πρόβατα το μεσημέρι.
ΚΟΡΔΑ: Κυκλικός φραγμένος χώρος που άλλαζε μέρος για να κοπρίζετε το χωράφι κατάλληλα,
ΣΚΑΡΟΣ: Μεσάνυχτα, που σηκώνουν τα πρόβατα και βόσκουν για λίγη ώρα.
ΤΣΙΚΡΙΚI: Εργαλείο, που κάνει το καθαρό μαλλί κλωστή και το μαζεύει στο αδράχτι.
ΔΡΙΣΤΕΛΑ - ΜΑΝΤΑΝΙΑ: Νεροτριβή, που πήγαιναν τα χονδρά υφάσματα για επεξεργασία.
ΤΑΛΑΓΑΝ: Ειδικό παλτό για τους τσοπαναραίους.
ΜΠΑΤΖΑΡΙΟ.:Δίπλα στη στρούγκα σκεπασμένο, όπου είναι οι κάδοι με το γάλα.
ΠΥΤΙΑ: Υπάρχει αρνίσια και κατσικίσια. Η δεύτερη είναι πιο αποτελεσματική. Βρίσκεται στο στομάχι του αρνιού ή του κατσικιού, πριν αυτό αρχίσει να τρώει χόρτο.
ΠΝΑΚΙ: Ξύλινο χειροποίητο βαθουλό πιάτο.
ΧΛΙΑΡΙ: Ξύλινο χειροποίητο κουτάλι.
ΚΛΙΔΟΠΙΝΑΚΟY: Δύο πινάκια που εφαρμόζουν το ένα με το άλλο με ραβδώσεις.
ΓΑΛΟΔΕΡΜΑΤΟY: Το καλοκαίρι μέσα στο γαλοδέρματο βάζουν γάλα και ξινίζει. Γίνεται το ξινόγαλο που είναι πολύ ορεκτικό.

* Στη μεγάλη φωτογραφία πάνω: η Πολυτίμη Χριστοφ. Βασιλοπούλου με το κοπάδι της από τον περιοδικό "Travel Book" τεύχος 25/2013 (Αφιέρωμα στα Γρεβενά-Κοζάνη).
   Στις φωτογραφίες αριστερά: Ηλίας Μπούσιος (μικρός), Χριστόφ. Βασιλόπουλους και Ευθύμ. Μπούσιος. Στις φωτογραφίες κάτω: Το κοπάδι και κυπριά του Ηλία Ευθ. Μπούσιου.

.


     Copyright
© 2013 e-Πύλη Εκπαίδευσης