ΙΣΤΟΡΙΑ  |  ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ  |  ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ  |  ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ  |  ΜΝΗΜΕΙΑ  |  ΓΡΑΜΜΑΤΑ  |  ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ  |  ΣΗΜΕΡΑ


 

Χριστούγεννα     Πρωτοχρονιά     Απόκριες     Πάσχα

 

Χριστούγεννα

 

Στο χωριό μας, για τις γιορτές των Χριστουγέννων γίνονταν μεγάλες προετοιμασίες. Δημιουργούταν μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Οι γυναίκες αντάμωναν με τους άντρες, που όλο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο ήταν στην ξενιτιά, όπου δούλευαν σαν κτιστάδες. Τα παιδιά αντάμωναν με τους γονείς τους και οι νιόπαντροι, που είχαν ζήσει τον προηγούμενο χρόνο μόνο δυο τρεις μήνες μαζί, ξαναβρίσκονταν. Οι άντρες έβλεπαν τα νεογέννητα παιδιά τους και δεν ήξεραν πώς να χαρούν. Οι αρραβωνιασμένοι της προηγούμενης χρονιάς ετοίμαζαν τον γάμο τους. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τις κουλούρες για τα κάλαντα μαζί με το Χριστόψωμο. Όσες είχαν στην οικογένεια ονόματα όπως Χρήστος, Γιάννης, Στέφανος, Βασίλης, Φώτης, Θύμιος, Θανάσης, Γρηγόρης, έπρεπε να ετοιμάσουν τα απαραίτητα για τις ονομαστικές γιορτές. Η μεγαλύτερη δουλειά όμως, γινόταν την εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα. Αυτή ήταν το σφάξιμο του γουρουνιού, το λιώσιμο του λίπους, το αλάτισμα του κρέατος στον ξύλινο κάδο, να φτιάξουν τις λουκανίδες και να προσέξουν τις νόστιμες τσιγαρίδες.


Το κρύο έσφιγγε στο χωριό και οι καπνοί των τζακιών δυνάμωναν. Το χιόνι κόντευε, μπορεί και να ξεπερνούσε, το ένα μέτρο! Τα σγκουρλίσματα των σφαγμένων γουρουνιών αντηχούσαν πρωί-πρωί, στέλνοντας μηνύματα για τον ερχομό των Χριστουγέννων. Όλα τα σπίτια ετοιμάζονταν γι’ αυτό το γεγονός. Οι σπιτονοικοκυρές έψηναν τις αφράτες κουλούρες κι αποφάσιζαν τι άλλο να δώσουν στα κολιντρούλια (τα παιδιά που θα έρχονταν να πουν τα κάλαντα). Οι μάνες ετοίμαζαν τα χοντρά ρούχα, τα παπούτσια, την κουκούλα, τα γάντια, για να τα φορέσουν τα παιδιά τους να μην κρυώσουν, τον τρουβά και τη τζιουμπανίκα. Η τζιουμπανίκα ήταν ένα καλοπελεκημένο ξύλο, 50-60 εκατοστά μάκρος, σχηματίζοντας γροθιά στο ένα του άκρο. Με αυτό χτυπούσαν τις ξύλινες εξώπορτες των σπιτιών, για να τους ανοίξουν. Τα κορίτσια δεν κρατούσαν τζιουμπανίκα.

Τα κάλαντα
Στις 23 του μήνα, σ
’ όλο το χωριό επικρατούσε ηρεμία και ησυχία, για να ξεκουραστούν όλοι και να πάρουν δυνάμεις για το βράδυ, που θα ερχόταν. Τα παιδιά, το βράδυ αυτό, δεν μπορούσαν να κλείσουν μάτι. Ξυπνούσαν νύχτα. Το πρώτο παιδί που θα ξυπνούσε, έβγαινε στην αυλή του σπιτιού του και φώναζε με όλη του τη δύναμη «Κόοολιαντάαα!!!»
Αυτό ήταν. Το σύνθημα δόθηκε. Τα σπίτια το ένα με το άλλο, άρχιζαν να φέγγουν. Όλο το χωριό στο πόδι. Οι γονείς τώρα ήταν υποχρεωμένοι να ξυπνήσουν τα παιδιά τους. Εάν κανείς δεν άκουγε ή δεν ήθελε να ξυπνήσει το παιδί του, ...χάθηκε.
Δεν περνούσε πολλή ώρα και τα παιδιά κουκουλωμένα, με τα παρδαλά τρουβάδια κρεμασμένα στον ώμο τους και τις χοντρές τζιουμπανίκες συγκεντρώνονταν στην πλατεία, εκεί που τώρα είναι το Πολιτιστικό Κέντρο. Ανυπόμονα κοιτούσαν την πόρτα του σπιτιού του παπά, κι όταν αυτός την άνοιγε για να κινήσει για την εκκλησία τον ακολουθούσαν και πήγαιναν να τους δώσει την ευχή του. Μετά έπαιρναν όλα τα σπίτια με τη σειρά, ξεκινώντας πάντα από το σπίτι του ιερέα. Τραγουδούσαν στο δρόμο, στα σπίτια και στις αυλές:

Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμό σας,
Χριστού την Θεία Γέννηση, να πω στ’ αρχοντικό σας...

Με το τραγούδι έφταναν στο πρώτο σπίτι. Χτυπούσαν δυνατά την ξύλινη εξώπορτα της αυλής με τις τζιουμπανίκες. Ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά με μεγάλη χαρά άνοιγαν να μπουν μέσα τα κολιντρούλια. Αυτά τραγουδούσαν:
-Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλει,
 οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρετ΄ η φύση όλη...

Έβγαινε η σπιτονοικοκυρά στο μπαλκόνι ή στην εσωτερική πόρτα του σπιτιού, κάθονταν τα παιδιά στο πλακόστρωτο της αυλής και όλα μαζί φώναζαν "μπά τσι τσι - μπά τσι τσι", για να γεννηθούν πολλά κοτόπουλα και αρνιά. Έλεγαν πως με το κάθισμα των παιδιών θα κάθονται και οι κλωσαριές να κλωσούν τα αυγά και με το μπα να γεννηθούν αρνιά. Τότε η σπιτονοικοκυρά σκορπούσε στο πλακόστρωτο της αυλής κάστανα, καρύδια, καραμέλες, μήλα κι ότι άλλο είχε και τα παιδιά τα μάζευαν στον τρουβά τους, σφυρίζοντας σαν τους τζιομπαναραίους, βελάζοντας σαν τα πρόβατα και γαυγίζοντας σαν τα σκυλιά. Μετά έπαιρναν μέσα στο σπίτι ένα παιδί, το οποίο θεωρούσαν ότι θα τους φέρει γούρι, κι αυτό με την τζιουμπανίκα του σκάλιζε τη φωτιά και τη στάχτη στο τζάκι λέγοντας: "Zιαρ πλια ζιαρ αυγά, κόλιντα, κόλιντα, αρνιά, κατσίκια, νύφες, γαμπροί", ανάλογα με το πια ευχή ήθελε ο νοικοκύρης του κάθε σπιτιού να πραγματοποιηθεί. Οι κτηνοτρόφοι ζητούσαν αρνιά και κατσίκια και οι γονείς που είχαν παιδιά για παντρειά, νύφες και γαμπρούς.
Τέλος η σπιτονοικοκυρά έδινε στο καθένα την απαραίτητη κλούρα με την ευχή "Χρόνια Πολλά" κι αυτά ξεκινούσαν για άλλο σπίτι, τραγουδώντας.

Αν η απόσταση του ενός σπιτιού από το άλλο ήταν μεγάλη, για να το διασκεδάσουν, συνέχιζαν τραγουδώντας το παρακάτω:
-Κόλιντα μπάμπου κόλιντα και μένα μπάμπου κλούρα.
 Και σαν δεν έχεις κόλιντα, δός μου ένα κορίτσι.
-Και τι το θέλεις γάιδαρε το ξένο το κορίτσι;
-Να το τσιμπώ, να το φιλώ, το βράδ΄ να με ζεσταίνει...

Με την ίδια χαρά, την ίδια διάθεση, χωρίς να αισθάνονται κρύο και κούραση αυτή τη νύχτα, γύριζαν ένα προς ένα τα σπίτια όλου του χωριού. Κι αφού τελείωναν, τραγουδούσαν συγκεντρωμένα πάλι στην πλατεία και με την ευχή "και του χρόνου", το κάθε παιδί πήγαινε στο σπίτι του για να δει τι έχει μέσα ο τρουβάς και να τα μετρήσει χαρούμενο κι ευτυχισμένο. Και το χωριό ησυχάζει και πάλι και πέφτει στην ήρεμη αγκαλιά της νύχτας.
Σύμφωνα με το έθιμο, κουλούρα έδιναν στον τσοπάνη, τον γελαδάρη και τον αγροφύλακα του χωριού. Ακόμα ψιλοέτριβαν λίγη κουλούρα και την έριχναν στο αλάτι, που θα έδιναν στα πρόβατα και στα άλλα ζωντανά.

Πρώτη μέρα Χριστουγέννων
Ήταν από τις πιο σημαντικές γιορτές. Τη νύχτα χτυπούσε η καμπάνα χαρμόσυνα και οι χωριανοί, μικροί και μεγάλοι, βιαστικά πήγαιναν στην εκκλησία. Η
εκκλησιά γέμιζε. Ήταν όλο το χωριό κι όλοι με τα γιορτινά τους, κανείς δεν λείπει. Με ευλάβεια και κατάνυξη ακούν τα χριστουγεννιάτικα χαρμόσυνα τροπάρια: «Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός...», « Η γέννησή Σου Χριστέ ο Θεός ημών...»
Στο τέλος, όλοι έξω στην πλατεία εύχεται ο ένας τον άλλον « Χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα» κι όλοι καλωσορίζουν τους ξενιτεμένους.
Αργότερα στο σπίτι, τους περιμένει πλούσιο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Εκεί γύρω οι σπιτικοί απολαμβάνουν τα αγαθά των κόπων τους. Το φρέσκο ψωμί, απ΄ τα χωράφια τους, τη σουγλιμάδα και το κεμπάπ από το γουρούνι τους, το γνήσιο κρασί απ΄ το αμπέλι τους κι όλα τα άλλα απ΄ το μόχθο τους. Έκοβαν και το χριστόψωμο. Έπαιρναν όλοι από λίγο και άφηναν ένα κομμάτι για τα ζωντανά, να το ρίξουν τριμμένο στο αλάτι. Όλα μοσχομύριζαν κι όλοι απολάμβαναν κάτι που δεν μπορεί να γραφεί. Ζούσαν κάτι το υπερκόσμιο.

Δεύτερη μέρα Χριστουγέννων
Λειτουργία στην εκκλησία και μετά στο σπίτι. Στο πλούσιο τραπέζι από πίτες και κρεατικά. Το ξεχωριστό αυτής της ημέρας ήταν οι επισκέψεις στους Χρηστάδες, να τους ευχηθούν χρόνια πολλά για την ονοματική τους εορτή. Ξεκινούσαν παρέες-παρέες, πήγαιναν όμως και ανδρόγυνα και μεμονωμένα άτομα. Όταν η παρέα έφτανε στην αυλή τραγουδούσε:
-Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,
 ήρθαμε για το καλό, ήρθαμε να σας δούμε...
Έμπαιναν στο σπίτι με ευχές και το τραπέζι ήταν γεμάτο κρασί, ρακί, διάφορους μεζέδες, φρούτα, κάστανα, καρύδια, κλπ. Το πρώτο σπίτι που δεχόταν την επίσκεψη ίσως να περνούσε λίγο καλύτερα από τους επόμενους γιατί μετά από λίγα ποτηράκια κρασί ή ρακί δημιουργούνταν κέφι. Πολλές φορές η επίσκεψη κρατούσε ώρες με τραγούδια και όργανα.
-Και τι γυρεύουν τα παιδιά και τι τα παλληκάρια;
-Κρασί γυρεύουν τα παιδιά, γιε μ΄, και κάστανα βρασμένα....

Τα τραγούδια που έλεγαν ήταν ανάλογα με τον νοικοκύρη. Αν ήταν κτηνοτρόφος τραγουδούσαν την "Παναγιωτούλα" κ.ά.
Ήρθε Μάης δώδεκα κι Απρίλης δεκαπέντε
και τα κοπάδια κίνησαν κι όλα τα τσελιγκάτα..
.
Αν από το σπίτι υπήρχε άνθρωπος στην ξενιτιά, συνήθιζαν να τραγουδούν:
- Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο
 η ξενιτιά σε χαίρεται κι γω έχω τον καημό μου...
Όταν το γλέντι άναβε λέγονταν τραγούδια όπως:
-Σε τούτο το κρασόπουλο θέλω να πιω πεντέξι
 κι αν δεν μεθύσω, τζιάνο μου, κέρνα ωσπού να φέξει....

Τα γλέντια, που γίνονταν με τις επισκέψεις λόγω των ονομαστικών γιορτών, γίνονταν όλον τον χρόνο. Τον χειμώνα όμως είχε πιο πλούσιο περιεχόμενο γιατί υπήρχε περισσότερος κόσμος στο χωριό.

 

* Στις φωτογραφίες
   Επάνω: Ο πολιούχος του χωριού μας Άγιος Νικόλαος ντυμένος στα άσπρα (Δεκέμβριος του 2013) - Κάτω: Χιόνι στο χωριό (Δεκέμβριος 2013)

 

.


     Copyright
© 2013 e-Πύλη Εκπαίδευσης