ΙΣΤΟΡΙΑ  |  ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ  |  ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ  |  ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ  |  ΜΝΗΜΕΙΑ  |  ΓΡΑΜΜΑΤΑ  |  ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ  |  ΣΗΜΕΡΑ


 

Γάμος

Ο γάμος κανονιζόταν να γίνεται πάντα Κυριακή. Οι δυο συμπέθεροι κανόνιζαν την ημερομηνία, τα όργανα, το πρόγραμμα και όλες τις λεπτομέρειες, προίκα, δώρα σε ρούχα κλπ.

Την Πέμπτη έφτιαχναν το προζύμι που θα χρειαζόταν για αρκετούς φούρνους για να ψηθεί ψωμί, καθώς και κουλούρες με τις οποίες θα προσκαλούσαν τους κοντινούς συγγενείς να παραστούν στο τραπέζι ως επίσημοι. Το υπόλοιπο χωριό το καλούσαν με την τσιότρα γεμάτη κρασί. Από αυτήν κερνούσαν στα σπίτια που επισκέπτονταν και αυτό σήμαινε ότι ήταν καλεσμένοι να παραστούν στον γάμο. Αυτό ήταν το κάλεσμα Β΄ κατηγορίας γιατί δεν θα ήταν καλεσμένοι και στο γαμήλιο τραπέζι. Ο υπεύθυνος μάγειρας, άνδρας ή γυναίκα, κανόνιζε πόσα σφάγια θα σφάζονταν, πόσα πιάτα και  κουταλοπήρουνα θα χρειάζονταν, πόσα τραπέζια και καθίσματα. Πολλές φορές τα τραπέζια δε χωρούσαν μέσα στο σπίτι κι έβγαζαν και στην αυλή. Μαζί με τον νουνό, που θα στεφάνωνε τους νέους, κανόνιζαν πόσα άλογα θα χρειαστούν, αυτό που θα ήταν για την νύφη νά ΄ναι ήσυχο και να μη κλωτσάει σε ποιο θα ανέβει ο γαμπρός και σε ποιο θα φορτώσουν τα προικιά της νύφης.

Το Σάββατο το απόγευμα γινόταν η επίσημη έναρξη του γάμου στην άκρη του χωριού, στον "Μουσταφά" ή στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ανάλογα από πού θα ερχόταν τα όργανα που ξεκινούσαν με ένα ζωηρό και χαρούμενο σκοπό δημιουργώντας με τα κλαρίνα, τα βιολιά και το νταούλι μια πραγματική ατμόσφαιρα χαράς. Τα μπρατίμια, τα αδέρφια, τα ξαδέρφια και οι φίλοι του γαμπρού που είχαν κυνηγετικά όπλα έριχναν αρκετές βολές που μαζί με τη μουσική των οργάνων δημιουργούσαν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για το ξεκίνημα του γάμου. Η πρώτη δουλειά ήταν να πάνε με τα όργανα να φέρουν τον νουνό να κάμει το κουμάντο σε όλες τις δουλειές και στο πρόγραμμα. Ξεκινώντας για τον νουνό με τα όργανα, τραγουδούσαν: "Κάτω στο δαφνοπόταμο εκεί είναι οι δάφνες οι πολλές οι δάφνες και οι τριανταφυλλιές".
Εκεί κάθεται ο κυρ νούνος και εύχεται στους κουμπάρους του: "Κουμπάροι μου να ζήσετε σαν τον Σμόλικα και να ασπρίσετε σαν τον Όλυμπο".

Με τον ερχομό του νονού στο σπίτι του γαμπρού ξεκινούσαν οι δουλειές με τη σειρά. Στόλιζαν το φλάμπουρο με την ελληνική σημαία, που ήταν στο παράθυρο από την προηγούμενη ημέρα. Το στόλιζε η γυναίκα ενός μπράτιμου με βασιλικό και λουλούδια. Στον σταυρό έβαζαν τρία κόκκινα μήλα, ένα σε κάθε άκρο του σταυρού, και η μουσική με τα τραγούδια συνέχιζαν: "Εσύ κυρά μπρατίμισσα ράψε το φλάμπουρο καλά, θα πάει η νύφη στην πόλη και θα ΄ρθει να φέρει μήλο κόκκινο. Θα πάει να φέρ΄ τη νύφη μας". Μετά το στόλισμα του φλάμπουρου, το οποίο πάλι σήκωναν στο παράθυρο, άρχιζε ο χορός ανδρών και γυναικών γύρω από το ξύρισμα και το λούσιμο του γαμπρού με το τραγούδι: "Λούζεται τ΄ αρχοντόπουλο μ΄ένα χρυσό λαγήνι. Η πάπια φέρνει το νερό κι η χήνα το σαπούνι. Κι η αδερφή η γρήγορη φέρνει χρυσό μαντήλι".  Στο ξύρισμα του γαμπρού τραγουδούσαν: "Αργυρό μ' ξυράφι σέρν΄αγάλια-αγάλια. Τρίχα να μην ραγίσεις από τα μαλλιά μου και την πάρουν ξένοι και την κάνουν μάγια".

Όταν τελείωναν όλες αυτές οι εργασίες, στρώνονταν τραπέζι με φαγητά και κρασί. Μόλις τελείωνε το φαγητό ξεκινούσε το τραγούδι. Πρώτος άρχιζε ο νουνός: "Μέσα σε τούτον το σουφρά, σε τούτο το τραπέζι, τρεις μαυρομάτες μας κερνούν, και οι τρεις καλές κοπέλες. Η μια κερνάει με το γυαλί κι άλλη με την κούπα. Κι η τρίτη η μικρότερη με μαστραπά ασημένιο". Όταν τελείωναν τα τραγούδια ο νουνός έδινε εντολή νά ΄ρθουν τα όργανα. Έπαιζαν πρώτα ένα επιτραπέζιο και μετά, με εντολή του νονού, χόρευαν ζευγάρια. Φροντίδα όλων ήταν να συγκρατηθούν στο ποτό και στο χορό για να αντέξουν την άλλη μέρα. Όταν τελείωναν  όλοι τον χορό ξεπροβόδιζαν πάλι με τα όργανα τον νουνό.

Κυριακή πρωί, η πρώτη δουλειά ήταν να πάνε να φέρουν τον νουνό. Τώρα ο νουνός ερχόταν με μεγάλη συνοδεία, με συγγενείς και φίλους. Όλοι έρχονταν καβάλα στα άλογα, που τα σαμάρια τους ήταν στολισμένα με κόκκινες βελέντζες και κεντημένα μαξιλάρια. Πιο μεγάλη ετοιμασία, ξεχωριστή, έκαναν όταν ήθελαν να φέρουν τη νύφη από άλλο χωριό. Στην αυλή του σπιτιού ο νούνος έλεγχο σε όλα και μετά έδινε εντολή να ξεκινήσει η γαμήλια πομπή. Μπροστά τα όργανα και το φλάμπουρο, που το κρατούσε ένας μπράτιμος.

Οι ετοιμασίες στο σπίτι της νύφης
Η πρώτη δουλειά ήταν να στολίσουν τη νύφη. Γύρω της οι κοπέλες έλεγαν διάφορα τραγούδια.
σπρη είσαι κι άσπρη φαίνεσαι κι άσπρη η φορεσιά σου. Άσπρα λουλούδια φύτρωσαν τριγύρω στην ποδιά σου. Όσ΄ άστρα έχει ο ουρανός και φύλλα από τα δέντρα τόσα φλουράκια ξόδεψα, κόρη μου εγώ για σένα".
Αν ο πατέρας της νύφης ήταν ευκατάστατος έκαναν στο συμπεθεριό τραπέζι, αν όχι κερνούσε μόνο ποτό. Τη γαμήλια πομπή την περίμεναν οι συγγενείς της νύφης στην πόρτα της αυλής, χορεύοντας και τραγουδώντας:
"
Γαμπρέ μ΄ σαν θέλεις νά ΄ρχεσαι στου πεθερού το σπίτι, νά βρεις κλωνάρι από μηλιά να δέσεις τ΄ άλογό σου".
Περνούσαν όλοι στο τραπέζι για φαγοπότι, ο νούνος όμως ήταν αυτός που κανόνιζε την ώρα για τα πάντα. Κάποιος από τα μπρατίμια έπρεπε να φορέσει στη νύφη τα παπούτσια που έφερε ο γαμπρός. Οι κοπέλες που βρίσκονταν γύρω της ήθελαν κέρασμα, δηλαδή χαρτζιλίκι. Όταν φθάνει η ώρα να βγει έξω η νύφη και να ανεβεί στο άλογο, τη συνοδεύουν οι γονείς της και τα αδέρφια της. Την αποχαιρετούν όλοι με δάκρυα στα μάτια με ένα λυπητερό τραγούδι, που με τη συνοδεία της μουσικής γίνεται ακόμα πιο λυπητερό: "Όλοι με διώχνουν κι όλοι μου λένε φύγε
ως κι η μάννα μου κι αυτή μου λέει να φύγω. Φεύγω κλαίγοντας με δάκρυα στα μάτια".
Προτού ανεβεί η νύφη στο άλογο, είχαν φορτωθεί τα προικιά της που πήγαιναν μέχρι την εκκλησία. Μετά οι συνοδοί, τα μπρατίμια, πήγαιναν και τα ξεφόρτωναν στο σπίτι του γαμπρού. Ανεβαίνοντας η νύφη στο άλογο που ήταν καβάλα σκορπούσε γύρω της καραμέλες, στραγάλια κλπ. Η πομπή τώρα κατευθυνόταν προς την εκκλησία, όπου θα γίνονταν τα στέφανα. Μόλις τελείωνε η θρησκευτική τελετή, στο προαύλιο της εκκλησίας γινόταν μεγάλος χορός, που τον έσερνε ο νούνος και τραγουδούσαν:
"
Κάτω στους τρανούς τους κάμπους περπατάει μια περιστέρα, μεταξιά με τα γαλάζια".
Μετά έπαιρναν τη θέση τους τα όργανα και χόρευαν μέχρι αργά, πρώτα ο νουνός και μετά οι νιόπαντροι. Αργά, με τη μουσική γύριζαν στο σπίτι. Στην εξώπορτα η μάννα τού γαμπρού και πεθερά της νύφης, μαζί με άλλες γυναίκες τους περίμεναν. Η πεθερά κρατούσε ένα πιατάκι με μέλι. Μόλις έφθανε εκεί το νέο ζευγάρι, ο γαμπρός με το δάχτυλό του έπαιρνε τρεις φορές μέλι από το πιατάκι και έπρεπε τρεις φορές να αλείψει με αυτό το πρέκι της πόρτας. Το ίδιο έκανε κατόπιν και η νύφη. Από αυτό το έθιμο βγήκε και η παροιμία "Κοντή η νύφη να και ο μέτρος".
Τους νιόπαντρους συνόδευε στο σπίτι ο νούνος, τα μπρατίμια, τα βιολιά και τα κλαρίνα, που έπαιζαν τραγουδώντας: "¨Εβγα μάνα μ΄ στα κάγκελα να δεις το γιο σου απ΄ έρχεται και φέρνει μια πέρδικα, μια πέρδικα γραμμένη. Δέξου μάνα μου το γιο σου, πήγε μόνος του κι ήρθε ζευγάρι. Έφερε μια περιστέρα πό ΄χει τα φτερά της άσπρα και τα νύχια της βαμμένα".

Κυριακή βράδυ, επικρατούσε μια μικρή ανάπαυλα. Γρήγορα όμως όλοι συνέρχονταν και ξεκινούσαν. Πάλι με τα όργανα έπρεπε να πάνε να φέρουν τον νούνο, που τώρα έφερνε μαζί κανίσκι που είχε μέσα δώρο, ψητό αρνί ή κάτι άλλο. Όλοι οι υπόλοιποι συγγενείς έρχονταν και αυτοί με δώρα στα κανίσκια. Έρχονταν βέβαια και οι συγγενείς της νύφης. Όλοι περίμεναν την ανακοίνωση του μεγάλου γεγονότος: Έπρεπε να κοιμηθούν οι νιόπαντροι μαζί για να διαπιστωθεί η τιμή της νύφης, η παρθενία της. Αυτό το κοινοποιούσαν στους συγγενείς ύστερα από τον έλεγχο που πραγματοποιούσε η πεθερά της νύφης στο πουκάμισό της. Παλαιότερα γινόταν γνωστό με μια πιστολιά. Κατόπιν ξανάρχιζε το γλέντι με μεγάλο κέφι. Κάποιος άνοιγε τα κανίσκια με τα δώρα, έβλεπε το δώρο και ευχαριστούσε αυτόν που το έφερε, λέγοντας πολλές και καλές ευχές γι αυτόν και τους νιόπαντρους. Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι τις πρωινές ώρες της Δευτέρας. Το πρωί η νύφη έπρεπε, με τη συνοδεία των οργάνων να πάει στη βρύση να φέρει νερό από τη βρύση του χωριού που ποτέ δε στέρευε. Πάντα έπαιρναν νερό από τη βρύση "Πηγάδι".
Η τελευταία πράξη, που σφράγιζε τον γάμο, ήταν ο αποχαιρετισμός του νονού με τα όργανα και με τραγούδια. Η νύφη έβγαινε στην πόρτα με συνοδεία μιας γυναίκας που κρατούσε το πανέρι με τα δώρα. Πρόσφερε στον νούνο πουκάμισο, στη νονά μαντήλι κεφαλής και στα μπρατίμια ανάλογα, καθώς και στις διφορφτές (τα κορίτσια που βοήθησαν στον γάμο). Το τελευταίο ττραγούδι ήταν: "Κάτσε νούνε μ΄ ακόμ΄απόψε, έχω πέντε αρνιά ψημένα κι άλλα τόσα σουβλισμένα, έχω κι ένα γλυκό κρασί να πεις και να μεθύσεις. Να ζήσεις χρόνια εκατό κι εξάμηνα διακόσια". Έτσι, με αυτό το τελευταίο τραγούδι, έκλεινε ο γάμος.

Τα επιστρόφια
Την επόμενη Κυριακή, από το βράδυ του Σαββάτου, οι νιόπαντροι πήγαιναν στους γονείς της νύφης κι εκεί τους περίμενε τραπέζι. Παλαιότερα η επίσκεψη αυτή έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα. Με αυτόν τον τρόπο ήθελαν να μειώσουν τη στενοχώρια της νύφης η οποία είχε πάει πλέον σε ξένο σπίτι και περιβάλλον. Με συγκίνηση, χαρά και κλάματα, η μάνα της και τα αδέρφια της, υποδέχονταν την κόρη και αδερφή που τους έλειψε μια εβδομάδα. Με τα επιστρόφια έκλεινε ο κύκλος των γαμήλιων εκδηλώσεων και όλων τώρα η ευχή ήταν να αποκτήσει το ζευγάρι απόγονο.

 

* Στη μεγάλη φωτογραφία  επάνω: Από το γάμο του Γιάννη Γεωργ.Τσώνη με την Ναυσικά Στρακούλα από την Καλλονή (Λούντζι). Από δεξιά: Θανάσης Γεωργ.Τσώνης, (αδελφός) Γεώργιος Κων.Τσώνης (πατέρας), Σπύρος Ιωάν.Μπούσιος (θείος). Νουνός ο Χρήστος Καραγιώργος (πίσω από τον γαμπρό). Οι γυναίκες: Η μάνα της νύφης, η Σταυρούλα Τσώνη και όρθια η Λούλα Αθαν. Μαργαρίτη-Καραγιώργου.
Στη φωτογραφία κάτω:
Από τον παραδοσιακό γάμο του Χριστόδουλου Μπούσιου στο Τρίκορφο στις 31 Αυγούστου 2002.

 

.


     Copyright
© 2013 e-Πύλη Εκπαίδευσης